αναγράφομαι


αναγράφομαι
αναγράφομαι, αναγράφ(τ)ηκα, αναγραμμένος βλ. πίν. 122

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀναγράφομαι — ἀναγράφω engrave and set up publicly pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμπαραγράφω — Α 1. γράφω κάτι εν συνεχεία, μετά από κάτι άλλο («ὁ Μωϋσῆς εὐθὺς τῇ Γενέσει συμπαραγράψας τὴν Ἔξοδον», Γρηγ. Νύσσ.) 2. παθ. συμπαραγράφομαι αναγράφομαι μαζί άλλους («ὥσπερ κοινωνὸς τῆς προφητείας συμπαραγράφεται», Βασ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * +… …   Dictionary of Greek